Your Ad Here

Μια ιστορία απ' το Μαροκό (5ο Μέρος)

















(Διαβάστε το 4ο μέρος εδώ) Η ώρα περνούσε αλλά τα μαγαζιά παρέμεναν κλειστά. Τελικά δειλά - δειλά κάποια μαγαζιά άνοιξαν πάλι αλλά η τελεμπουτίκ δεν έλεγε να ανοίξει με τίποτα! Ο μεσήλικος ρεσεψιονίστ μάλιστα σχόλασε και προς έκπληξη μου με προσκάλεσε χωρίς λόγια αλλά με ένα νεύμα του χεριού του, μαζί του.

Με πήγε στο καφενείο της γειτονιάς όπου μπορούσα να μαντέψω πως το επισκέπτετα τακτικά για το καφέ του. Χάρηκα, γιατί άγνωστος μεταξύ αγνώστων καθώς ήμουν ήταν καλό να έχω μια παρέα. Όταν ο σεμνός σερβιτόρος μας πήρε παραγγελία εγώ είπα απλά «coffee» ελπίζοντας ότι θα μου φέρουν κάτι το οποίο να πίνεται. Ούτε κουβέντα για Latte Macchiato τον οποίο πίνω τώρα τελευταία! Πάντως αυτό που μου έφεραν το ήπια με ιδιαίτερη ευχαρίστηση. Λέτε να είχαν φραππέ;

Απόλαυσα με ευλάβεια τα δύο τσιγάρα που αγόρασα από μία πλανόδια γυναίκα, καθώς πίσω στην Ελλάδα το είχα κόψει. Όμως, βρισκόμουν στη μέση του πουθενά χωρίς καν διαβατήριο και έτσι το κάπνισμα φάνταζε μικρή παρατυπία· περισσότερο ακαταμάχητη απόλαυση και ανακούφιση θα έλεγα. Κρίμα που σκοτώνει.

Αισθάνθηκα υποχρεωμένος να κεράσω τους καφέδες μας καθώς ο ευγενικός ρεσεψιονίστ ακόμη και όταν σχόλασε είχε την έγνοια να με βοηθήσει να βρω τελεμπουτίκ για το πολυπόθητο φαξ. Να φαντασθείτε ότι ο ιδιαίτερα χαμηλόμισθος αυτός κύριος ακόμη και τηλέφωνο απ' το δικό του κινητό πήρε το ξεναγό μου, προσπαθώντας να βγάλει άκρη προς όφελος μου. Άλλωστε, τα δύο ροφήματα που παραγγείλαμε δε πρέπει να στοίχισαν πάνω από 2 ευρώ.



















Δεν ανταλλάξαμε πολλές κουβέντες. Τον ρώτησα αν είχε «family». Εκείνος μου είπε, αν δε με απατά η μνήμη μου, ότι είχε δύο γιους. Το είπε με ιδιαίτερη ευχαρίστηση και περηφάνεια. Βλέπετε οι Μαροκινοί έχουν την οικογένεια σε υψηλή εκτίμηση. Ιδιαίτερα τους γιους τους. Τουλάχιστον έτσι κατάλαβα· άλλωστε έτσι είναι σε κάθε χώρα του κόσμου, σωστά; Του είπα «nice». Δε μιλούσε πολλά Αγγλικά βλέπετε. Τον ρώτησα επίσης «porqui» (=γιατί, στα Γαλλικά) για εκείνη τη γυναίκα που καθισμένη στο πάτωμα ζητιάνευε, αγκαλιά με το γιο της, απλά βρίσκοντας κάτι για να κυλήσει η κουβέντα. Εκείνος μου αποκρίθηκε πως ή θα είναι χήρα ή τη παράτησε ο άντρας της. Εγώ κούνησα το κεφάλι σκεπτικά σα να του 'λεγα «κατάλαβα». Το χάσμα γενεών ποτέ δεν έμοιασε βαθύτερο καθώς ήμασταν δύο άτομα εντελώς διαφορετικής ηλικίας, γλώσσας και νοοτροπίας και έτσι η συννενόηση ήταν κομμάτι δύσκολη.

Τελικά, με ιδιαίτερα μεγάλη ανακούφιση, είδαμε πως η τελεμπουτίκ άνοιξε και έτσι μπόρεσα και έλαβα το πολυπόθητο φαξ με τη φωτοτυπία του διαβατηρίου μου. Όλος χαρά κατευθύνθηκα προς το ξενοδοχείο, αλλά πρώτα αποχαιρέτησα τον ευγενέστατο ρεσεψιονίστ, κάνοντας μάλιστα κίνηση να βάλω μερικές δεκάδες ντιρχάμ (μερικά ευρώ δηλαδή) στη τσέπη του πουκαμίσου του. Εκείνος αρνήθηκε έντονα και με καληνύχτησε για άλλη μια φορά.

Εκπλήχθηκα ιδιαίτερα από την αντίδραση του καθώς σε όλες τις πόλεις που είχα επισκεφθεί με το γκρουπ και οι οποίες ήταν στο δρομολόγιο της εκδρομής, όλοι οι Μαροκινοί θέλαν τα λεφτά μας και μόνο. Λογικό άλλωστε, αφού εκεί κατευθύνουν το κόσμο οι ξεναγοί καθώς παίρνουν ποσοστά από τις συνεργαζόμενες επιχειρήσεις. Είναι ένα ολόκληρο κύκλωμα όπως αυτά που συναντά κανείς σε όλα τα επίπεδα της ζωής.

Μιλώντας για τη φιλοτιμία του ρεσεψιονίστ, δε θα μπορούσα να παραλείψω την εξωπραγματική τιμιότητα μιας πλανόδιας γυναίκας η οποία πούλαγε χαρτομάντηλα. Πήρα ένα πακέτο για να φυσήξω τη μύτη μου και όταν μου ζητήσε 1,5 ντιρχάμ (€0,15) εγώ της έδωσα 2 (€0,20) και εκείνη έπειτα έψαξε στο πορτοφόλι της και μου έδωσε πίσω μισό ντιρχάμ (€0,05)! Απίστευτο, καθώς στις υπόλοιπες περιοχές που είχα επισκεφθεί, ολόκληροι καταστηματάρχες αρνούνταν συχνά να μου επιστρέψουν ρέστα, ακόμη και εάν επρόκειτο για 50 ολόκληρα ντίρχαμ (€5). Μέχρι και σήμερα μου κάνει εντύπωση πόσο διέφερε η Ελ Ζαντίντα από το υπόλοιπο Μαρόκο.

Πήγα, πρόσχαρος, το αντίτυπο του διαβατηρίου μου στον άλλο ρεσεψιονίστ (νομίζω πως ο βραδυνός ρεσεψιονίστ ήταν και τ' αφεντικό του φτωχικού αυτού ξενοδοχείου) και εκείνος ρίχνοντας του ένα εξωνυχιστικό έλεγχο λίγων δευτερολέπτων μου το επέστρεψε μαζί με τα ρέστα μου (του έδωσα μόλις €10 και μου επέστρεψε €3).



















Επιτέλους, αφήνωντας όλο αυτό το μπέρδεμα πίσω μου, επισκέφθηκα το κοντινότερο καρτοτηλέφωνο για να επικοινωνήσω με τη Μελαχρινούλα. Εκείνη μου αποκρίθηκε πως θα ερχόταν σε δέκα λεπτά και εγώ αγόρασα λίγα τσιγάρα ακόμα για να καπνίσω. Ω, τι ευτυχία· βρισκόμουν σε μια εξωτική τοποθεσία, καπνίζοντας απολαυστικά Αραβικά καπνά περιμένοντας για μια αιθέρια ύπαρξη, γένους θηλυκού, να με επισκεφθεί.

Τελικά, λίγο αργότερα συνάντησα τη Μελαχρινούλα η οποία αυτή τη φορά εκτός από τη κολλητή της «κουβάλησε» και τη μεγάλη της αδερφή -βασικά απ' ότι κατάλαβα εκείνη κουβαλήθηκε από μόνη της για να τη προσέχει. Η μεγάλη αδερφή της είχε έντονα μάτια όπως εκείνη, αλλά σε αντίθεση με τη Μελαχρινούλα φορούσε τη μαντίλα που φορούν οι περισσότερες μουσουλμάνες. Η Μελαχρινούλα και η κολλητή της ήταν εντυπωσιακές καθώς είχαν αλλάξει ρούχα και εμφάνιση για την έξοδο μας και πλέον έδειχναν θεσπέσιες. Και η αδερφή της, όμως, ήταν όμορφη.

(Διαβάστε το 6ο μέρος εδώ)

Φωτογραφίες: FWT1, Michele Molinari, Josie Hen

0 σχολια:

Δημοσίευση σχολίου